ἐρευνητής

ἐρευν-ητής, οῦ, ,
A searcher, inquirer, Clearch. 25, Parth.1.1 : c. gen., τῶν ἐλέγχων, τῶν ἀδήλων, J.AJ17.5.5, BJ 1.30.7 ;

διόπται καὶ ἐ.

spies,

D.C.78.14

; inspector, customs-officer, UPZ149.15 (iii/ii B. C.) ; cf. ἐραυνητ-ής, -ικόν.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρευνητής — searcher masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερευνητής — ο θηλ. ερευνήτρια (AM ἐρευνητής, θηλ. ἐρευνήτρια* Α και ἐρευνητήρ, ο) [ερευνώ] αυτός που ερευνά, που εξετάζει, ο εξεταστής νεοελλ. 1. ο μελετητής (α. «ερευνητής ψυχολογικών φαινομένων» β. «ερευνητής μεσαιωνικής ιστορίας») 2. (φωτογρ.) εξάρτημα… …   Dictionary of Greek

  • ερευνητής — [эрэвнитис] ουσ. а. исследователь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ερευνητής — ο θηλ. ήτρια 1. αυτός που ερευνά, εξεταστής, μελετητής: Οι ερευνητές του διαστήματος. 2. εξάρτημα φωτογραφικής μηχανής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐρευνηταῖς — ἐρευνητής searcher masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευνηταί — ἐρευνητής searcher masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευνητήν — ἐρευνητής searcher masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευνητῶν — ἐρευνητής searcher masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευνητά — ἐρευνητά̱ , ἐρευνητής searcher masc nom/voc/acc dual ἐρευνητής searcher masc voc sg ἐρευνητής searcher masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αστροναυτική — Επιστήμη η οποία οφείλει την ανάπτυξή της στην προσπάθεια κατάκτησης του Διαστήματος. Η α. είναι το σύνολο των θεωρητικών ερευνών και των πρακτικών εφαρμογών σχετικά με την κίνηση οχημάτων στο Διάστημα, που ξεκινούν από τη Γη, προωθούνται με… …   Dictionary of Greek

  • γεωγραφία — Επιστήμη της οποίας αντικείμενο είναι η σπουδή και η περιγραφή της επιφάνειας της Γης και των φαινομένων που παρατηρούνται σε αυτήν. Σκοπός της γ., τόσο σήμερα όσο και κατά το παρελθόν, είναι να δώσει μία περιγραφή της Γης – αυτό άλλωστε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.